μικροπρέπεια

η (Α μικροπρέπεια και μτγν. τ. σμικροπρέπεια) [μικροπρεπής]
1. ο χαρακτήρας τού μικροπρεπούς, το να κάνει κανείς πράγματα που ταιριάζουν σε ασήμαντους ή ποταπούς ανθρώπους, αναξιοπρέπεια, ευτέλεια χαρακτήρα
2. χυδαιότητα, προστυχιά
αρχ.
1. το τετριμμένο
2. τσιγγουνιά
3. δουλοπρέπεια, ανελεύθερη συμπεριφορά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μικροπρέπεια — η η συμπεριφορά αναξιοπρεπών ανθρώπων: Μου έκλεισε το τηλέφωνο από μικροπρέπεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μικροπρεπεία — μῑκροπρεπείᾱ , μικροπρέπεια meanness fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροπρεπείᾳ — μῑκροπρεπείᾱͅ , μικροπρέπεια meanness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροπρέπεια — μῑκροπρέπεια , μικροπρέπεια meanness fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροπρεπείας — μῑκροπρεπείᾱς , μικροπρέπεια meanness fem acc pl μῑκροπρεπείᾱς , μικροπρέπεια meanness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναξιοπρέπεια — η έλλειψη αξιοπρέπειας, μικροπρέπεια, μικρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναξιοπρεπής. Η λ. μαρτυρείται από τον κληρικό και συγγραφέα Νεόφυτο Δούκα (1760 1845)] …   Dictionary of Greek

  • ανελευθερία — η (AM ἀνελευθερία) έλλειψη ελευθερίας·|| αρχ. 1. έλλειψη ελεύθερου φρονήματος, μικροπρέπεια, δουλοπρέπεια 2. φιλαργυρία, τσιγγουνιά …   Dictionary of Greek

  • γυφτιά — η 1. ρυπαρότητα, ακαταστασία 2. μικροπρέπεια, τσιγγουνιά 3. συμπεριφορά που ταιριάζει σε γύφτο …   Dictionary of Greek

  • ευτέλεια — η (ΑΜ εὐτέλεια, Α και ιων. τ. εὐτελίη) [ευτελής] 1. το να είναι κάτι φθηνό, η φθήνια, η χαμηλή τιμή 2. χυδαιότητα, προστυχιά, ποταπότητα, μικροπρέπεια, μικρότητα («ευτέλεια συμπεριφοράς, χαρακτήρα» κ.λπ.) μσν. 1. περιφρόνηση, καταφρόνηση 2. (με… …   Dictionary of Greek

  • κατασμικρολογώ — κατασμικρολογῶ, έω (Α) μιλώ περιφρονητικά για κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + σμικρο λογῶ «συμπεριφέρομαι με μικροπρέπεια, με κακία»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.